~~|||¬|¬|||~~ GOLB ~~|||¬|¬|||~~

Κακή, Ψυχρή κι Ανάποδη Σοδειά

Posted in Σκουπιδοτενεκές by paparakos on Ιουνίου 28, 2009

ColdHarvestΣτο μεσαίωνα όταν ήθελαν να πουν μια ιστορία, να διηγηθούν ένα παραμύθι, να δημιουργήσουν έναν ήρωα, έφτιαχναν ένα τραγούδι. Στις μέρες μας για όλα αυτά φτιάχνουμε μια ταινία. Δεν έχουν επιζήσει πολλά από τα «παραμύθια» του μεσαίωνα, όπως εύκολα μπορώ να φανταστώ ότι δεν θα επιζήσουν πολλές ταινίες στην πάροδο των αιώνων. Αλλά ίσως και να μην είναι απαραίτητο. Γιατί στην τελική, όλοι ίδιοι είμαστε και οι άνθρωποι του χτες αλλά και εμείς του σήμερα. Τα ίδια πράγματα που τραγουδούσαν τότε, τα ίδια απεικονίζουμε εμείς σήμερα. Μπορεί να χρησιμοποιούμε άλλους τρόπους, τεχνικές και μεθοδολογίες αλλά οι ιστορίες πάντα είναι ίδιες. Ίδιες με τις ζωές μας, όχι όπως είναι αλλά όπως ιδανικά θα θέλαμε να είναι ή όπως παροξυσμικά ελπίζουμε πως είναι ή μπορεί να γίνουν. Γιατί το «είναι» μας είναι διαφορετικό στη δική μας αντίληψη και διαφορετικό στην αντίληψη των άλλων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με μια ταινία, ένα τραγούδι ή οποιοδήποτε άλλο έργο, που άλλη μπορεί να είναι η πρόθεση του δημιουργού, άλλο το αποτέλεσμα και άλλη η ματιά του κοινού τους. Ο Roland (Ρολάν για τους Φράγκους) ανιψιός και πιστός ιππότης του Καρλομάγνου, γνωστός για την ανδρεία, τη δύναμη, την ντομπροσύνη και την ξεροκεφαλιά του έμενε στην ιστορία μέσα από μύθους και τραγούδια. Όχι όμως μόνο αυτό και όχι μόνος του. Ο Oliver, γνωστός αυτός για την ανδρεία, τη δύναμη, τη σωφροσύνη και τη σοφία του έμεινε στην ιστορία σαν το «κολλητάρι» του Roland. Οι Roland και Oliver ήταν αχώριστοι σαν αδέρφια αγαπημένα. Τόσο ισάξιοι που ο κόσμος πολλές φορές δεν τους ξεχώριζε και απέδιδε στον έναν εύσημα για πράξεις του άλλου. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Οι Roland και Oliver έγιναν φίλοι αφού πολέμησαν ο ένας τον άλλο λυσσαλέα για ώρες πολλές και χωρίς να κατορθώσει κανείς από τους δύο να υπερισχύσει. Πολέμησαν υπερασπιζόμενος ο ένας την τιμή και τα δίκαια του Καρλομάγνου και ο άλλος του Κόμη Γεράρδου μέχρι που τα όπλα τους αχρηστεύτηκαν και πέταξαν τις πανοπλίες τους για να αναμετρηθούν σώμα με σώμα και τότε αντικρίζοντας για πρώτη φορά τον αντίπαλό τους, αναγνώρισε ο ένας στον άλλο τον ίδιο του τον εαυτό κι έτσι έγιναν και έμειναν φίλοι μέχρι τον θάνατό τους στη μάχη της Roncevaux, προδομένοι από έναν δικό τους, σκοτωμένοι από τους Σαρακηνούς. Το αν είναι πραγματικά ιστορικά πρόσωπα για μένα δεν έχει σημασία, το αν η μάχη ήταν μικρή ή μεγάλη, αν ήταν Σαρακηνοί ή Γασκώνοι οι αντίπαλοι ούτε κι αυτό έχει σημασία. Αυτό που για μένα μετράει είναι ότι, Το Τραγούδι του Ρολάν (Le Chanson de Roland) επέζησε μέχρι τις μέρες μας. Δεν είμαι και δεν πρόκειται να γίνω ιστορικός της λογοτεχνίας, οπότε δεν με αφορά αν το τραγούδι είναι του 10ου ή του 11ου αιώνα ούτε αν είναι γραμμένο από κάποιο λόγιο ή κάποιο τροβαδούρο της εποχής. Ούτε ιστορικός είμαι ώστε να ενδιαφέρομαι για την ακρίβεια ή την αλήθεια γεγονότων που έγιναν αιώνες πριν. Στην κυριολεξία χέστηκα. Εκείνο που με νοιάζει είναι ότι στην εφηβεία μου διάβασα το τραγούδι και μαγεύτηκα τόσο, που το θυμάμαι, μέσες άκρες, ακόμη και σήμερα. Στο σήμερα λοιπόν, για την ακρίβεια τρεις μήνες πριν, έπεσα πάνω σε ένα παραμύθι της δικής μας εποχής, μια ταινία. Και δεν είναι αλήθεια ότι «έπεσα πάνω της», την αγόρασα από την Ολλανδία για έναν απλό λόγο: μαζεύω σκουπίδια. Με το «σκουπίδια» αναφέρομαι σε b-movies, κυρίως περιπέτειες πολεμικών τεχνών, τα κοινώς λεγόμενα «καράτε», που μαζεύω απλά επειδή μου αρέσουν. Σκουπίδια για τους περισσότερους, προφανώς όχι για μένα. Γιατί την αγόρασα; Κατ’ αρχήν επειδή δεν έχει έρθει στα μέρη μας, κι έτσι έπρεπε να ψάξω για να την βρω, ο επόμενος λόγος είναι ο σκηνοθέτης της. Ο Isaac Florentine είναι ένας από τους καλύτερους δυτικούς σκηνοθέτες ταινιών πολεμικών τεχνών. Έχοντας κάνει καριέρα στην τηλεόραση γυρίζοντας ουκ ολίγα επεισόδια της σειράς Power Rangers, εντάξει ρε παιδιά, μην βαράτε, το παραδέχομαι ότι βλέπω αηδίες, συνέχισε γυρίζοντας ταινίες και κάνοντας καριέρα με θέμα… την κλοτσοπατινάδα. Το σημαντικό σ’ αυτόν τον σκηνοθέτη είναι ότι γνωρίζει το αντικείμενό του. Ξέρει τι πα’ να πει καλό ξύλο και ξέρει πως να το κάνει να φαίνεται ακόμη καλύτερο. Είναι από τους λίγους που κατανοούν τον τρόπο που το κοινό στη δύση βλέπει τις ταινίες αυτές αλλά και τις δυνατότητες των δυτικών αθλητών-ηθοποιών. Γιατί πως να το κάνουμε, άλλη ευλυγισία, σβελτάδα και κίνηση έχει ένας ασιάτης αθλητής ύψους 1.70-1.75μ., 60-70 κιλών και άλλη ένας δυτικός 1.80-1.90μ. με 80-90 κιλά στην πλάτη του. Ο άλλος λόγος που έψαχνα την ταινία είναι ο πρωταγωνιστής της. Ο Gary Daniels δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, παρόλο που έχει παίξει σε πολλές ταινίες, οι μόνοι που ίσως τον ξέρουν είναι οι φανατικοί των ταινιών πολεμικών τεχνών και η αλήθεια είναι ότι σε αυτόν τον τομέα σκίζει. Πρώην πρωταθλητής ελαφρών βαρών στο kickboxing και με γνώσεις αρκετών άλλων στυλ μάχης σώμα με σώμα, πιστεύω ότι είναι ίσως ο καλύτερος αθλητής της γενιάς του και μάλιστα, αν και δεν βρίσκεται πια στην πρώτη του νιότη, ακόμη και σήμερα μπορεί να ρίξει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις στριφογυριστές κλωτσιές, που θεωρούνται κατά κάποιο τρόπο το σήμα κατατεθέν του. Το πρόβλημα με τον Daniels είναι ότι «δεν τα λέει» κι έτσι έχει χαντακωθεί. Οι Αμερικάνοι τον σνομπάρουν γιατί, αν και ζει πολλά χρόνια εκεί, συνεχίζει να περιφέρει την πολύ έντονη αγγλική προφορά του και γιατί είναι λιγάκι μουροχαβλίδης στη φάτσα. Οι Ευρωπαίοι τον σνομπάρουν γιατί δεν παίζει «καλά» και επειδή είναι απαθής και ανέκφραστος, σε τέτοια βαθμό που το βλέμμα του μόνο με το αποσβολωμένο βλέμμα μιας αγελάδας θα μπορούσε να αναμετρηθεί. Η άποψή μου; Αυτό για το οποίο μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς είναι πως έχει κάνει πολλές κακές επιλογές ρόλων και συνεργατών, με αποτέλεσμα να τον βρίσκεις όχι απλά σε ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού αλλά, δυστυχώς, σε ταινίες με εγκληματικής βλακείας σενάρια που η συμβολή των ελάχιστων χρημάτων της παραγωγής, έχει σαν αποτέλεσμα ένα τεράστιο μηδενικό σε όλα τα επίπεδα και που αφήνουν τον θεατή να αναρωτιέται αν έχει πάθει ο εγκέφαλός του κάποια μόνιμη βλάβη μετά το τέλος τους. Μιλάω για ταινίες όπως το Reptilicant, το Pocket Ninjas ή το Black Friday που εύκολα, ακόμη και σε εθισμένους θεατές ηλιθιοτήτων, όπως εγώ, μπορούν να δημιουργήσουν χείριστη εντύπωση. Και αυτό δεν είναι εύκολο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά, και επειδή όπως έλεγε κι η γιαγιά μου «πρώτα φεύγει ο άνθρωπος και μετά το χούι του» εγώ συνεχίζω να αγοράζω ταινίες του. Καλά να πάθω. Πάντως ο Daniels έχει κάνει και κάποιες που πραγματικά ξεχωρίζουν όχι απλώς στη δική του φιλμογραφία αλλά γενικότερα. Το Cold Harvest είναι μία από αυτές τις εξαιρέσεις. Τι θα μπορούσα να πω για την ταινία; Να πω ότι είναι καλή ταινία; Θα μπορούσα, αλλά θα μου ήταν πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Να πω ότι είναι κακή ταινία δεν υπάρχει περίπτωση, αν και θα μπορούσα πολύ εύκολα να δικαιολογήσω αυτό τον χαρακτηρισμό. Αυτό που λέω είναι ότι πρόκειται για μια τόσο ξεχωριστή ταινία που χωρίς ντροπή θα υποστήριζα ότι ανήκει στα αριστουργήματα του φτηνού εμπορικού κινηματογράφου και επίσης θα πω ότι αυτή η ταινία με μάγεψε. Αυτό κι αν θέλει δικαιολόγηση. 

Ας προσπαθήσω λοιπόν να μιλήσω για την ταινία. Στο μέλλον, ένας μετεωρίτης πέφτει στη γη δημιουργώντας ένα τεράστιο νέφος που καλύπτει την ατμόσφαιρα εμποδίζοντας την ηλιακή ακτινοβολία να περάσει και φέρνοντας στον πλανήτη μόνιμη νύχτα. Παράλληλα ένας ιός εμφανίζεται και σκοτώνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ο συνδυασμός αυτών των δύο φέρνει δυστυχία και απελπισία στον κόσμο και διάλυση στις κοινωνικές δομές. Οι κυβερνήσεις δεν καταφέρνουν να κρατήσουν την κατάσταση σε λογικά πλαίσια κι έτσι υπάρχουν λίγες περιοχές ασφαλείς, με νόμο και τάξη, ενώ στις περισσότερες επικρατεί το χάος και ο νόμος του ισχυρού. Σε αυτό το γενικό πλαίσιο συναντάμε τον ήρωα της ταινίας (Roland – Ρόλαντ για τους Αγγλοσάξωνες) που είναι κυνηγός επικηρυγμένων. Παράλληλα βλέπουμε τον δίδυμο αδερφό του (Oliver) να δολοφονείται από έναν παλιό συμμαθητή τους (Little Ray) που τυχαίνει να είναι ο μεγαλύτερος κακοποιός στην περιοχή. Από κει και μετά, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί η εξέλιξη είναι μία, ο ήρωας θα δοκιμάσει και φυσικά θα καταφέρει να εκδικηθεί τον θάνατο του αδερφού του. Συμπληρωματικά, βλέπουμε την γυναίκα του δίδυμου αδερφού (Cristine), η οποία χωρίς να ξέρει γιατί, γίνεται στόχος του κακού που την κυνηγά ανελέητα και που φυσικά ο ήρωάς μας θα πάρει υπό την προστασία του και θα φροντίσει να επιζήσει όλων των καταστάσεων. Η γυναίκα αυτή, όπως θα μάθουμε, κυοφορεί την τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας, μιας και το έμβρυο μέσα της έχει ανοσία στον ιό. Ανοσία που έχει κληρονομήσει από τον δολοφονημένο μπαμπά του. Έχουμε λοιπόν μια τυπική ιστορία οικογενειακής εκδίκησης. Τέτοιες ιστορίες, εκτός από τα αστυνομικά δελτία της Κρήτης, της Μάνης και άλλων περιοχών, βλέπουμε πολύ συχνά σε πολλά είδη ταινιών. Αν κάποιος μου παρουσίαζε μια ταινία λέγοντάς μου ότι έχει μονομαχίες με εξάσφαιρα και κυνηγητά, θα έλεγα ότι μάλλον πρόκειται για γουέστερν αν και υπάρχει περίπτωση να είναι αστυνομική. Αν μιλούσε για καταστροφή του κόσμου από πτώση μετεωρίτη θα έλεγα ότι είναι μετα-αποκαλυπτική ταινία φαντασίας ή άντε κάποιο περίεργο ντοκιμαντέρ οικολογικού χαρακτήρα. Αν πάλι ανέφερε εξαιρετικά χορογραφημένες κλοτσοπατινάδες με χρήση υπερβολικών ηχητικών εφέ θα έλεγα ότι είναι ασιατική ταινία πολεμικών τεχνών και μάλιστα ταινία με νίντζα θεματολογία γυρισμένη πιθανότατα στις δεκαετίες ‘70 ή ‘80. Αν μου τα έλεγε όλα αυτά μαζί; Θα έλεγα ότι μου κάνει πλάκα. Τι γίνεται όμως όταν ανακαλύπτεις μια ταινία που είναι όλα αυτά μαζί; Που είναι ένα μετα-αποκαλυπτικό, επιστημονικής μαλακίας (γιατί πιο πολύ μαλακίας είναι παρά φαντασίας) γουέστερν πολεμικών τεχνών. WOW! Και μόνο το συνονθύλευμα των στυλ ακούγεται ψαρωτικό. Το πραγματικά περίεργο είναι πως και το αποτέλεσμα είναι. Έχουμε λοιπόν ένα γουέστερν. Μόνο που σ’ αυτό έχουμε «μοντέρνους» ήρωες, ντυμένους σαν όλους μας με μικρές παλιομοδίτικες πινελιές, όπως τα μαντήλια στο λαιμό και οι μακριές καμπαρντίνες. Έχουμε ήρωες ζωσμένους με εξάσφαιρα, καραμπίνες αλλά και ότι άλλου είδους όπλα θέλει κανείς. Έχουμε κλασσικές μονομαχίες, με τους αντίπαλους να στέκονται εξ απεναντίας αναμετρώντας ο ένας τον άλλο σε ψυχολογικό αλλά και επίπεδο δεξιοτεχνίας και ταχύτητας. Έχουμε σερίφηδες και παράνομους. Μέχρι και «ινδιάνους» έχει η ταινία με τη μορφή απόκληρων που έχουν δημιουργήσει μια παράλληλη κοινωνία για να επιβιώσουν. Τι δεν έχουμε; Δεν έχουμε άλογα, τα κυνηγητά γίνονται με αμάξια και μοτοσυκλέτες. Δεν έχουμε το απέραντο φωτεινό επιβλητικό τοπίο της αμερικάνικης «άγριας» δύσης που εδώ έχει αντικατασταθεί με το ασφυκτικό μισοσκόταδο κάποιας παραγκούπολης στη Νότιο Αφρική. Δεν έχουμε την ξεκάθαρη φόρμα, χαρακτηριστική των ηρώων, στις ταινίες του είδους. Οι, κατά βάση, «καθαροί» ήρωες και «βρωμιάρηδες» κακοί εδώ σαν ρόλοι αλλά και σαν εικόνα έχουν αντιστραφεί. Ο ήρωας περιφέρεται με βρώμικα ρούχα, μαυρισμένα νύχια, άπλυτος, κουρασμένος και ενοχικός σε όλη τη διάρκειά της ενώ ο κακός, καθαρός, σιδερωμένος, ξεκούραστος, απολαμβάνει την δύναμη που του παρέχει η θέση του και είναι φανερό ότι περνάει καλά και διασκεδάζει. Η ταινία όμως δεν είναι μόνο γουέστερν. Κι έτσι οι ήρωες, όταν δεν ανταλλάσσουν πυροβολισμούς ρίχνουν ξύλο και μάλιστα ένα εντυπωσιακά καλά χορογραφημένο ξύλο με τρόπο που σπάνια κανείς βλέπει σε παραγωγές αυτού του μεγέθους όταν δεν είναι ασιατικές. Και μια και ακουμπώ το «ασιατικό» κομμάτι της ταινίας δεν μπορώ παρά να μιλήσω για την εκπληκτική ηχητική μπάντα της. Η ταινία πρωτοτυπεί χρησιμοποιώντας με υπερβολικό τρόπο κάθε ευκαιρία για τσιτώσει έναν ήχο ή για να προσθέσει κάποιον. Μια πρακτική που αρχικά με ξένισε, κατόπιν με διασκέδασε και στο τέλος μου άφησε μια αίσθηση πληρότητας όσον αφορά το ακουστικό μέρος της. Ο βασικός ήχος που χρησιμοποιείται είναι ένας ήχος σχίσματος, όπως αν πάρουμε ένα καλώδιο και το κινήσουμε γρήγορα, αυτό το «φφχχσσ» που ακούγεται και υποδηλώνει κίνηση με μεγάλη ταχύτητα χρησιμοποιείται στην ταινία για όλες σχεδόν τις κινήσεις, από ένα απλό κούνημα ματιών μέχρι τις σβουριχτές σφαλιάρες που πέφτουν. Υπάρχουν δε σκηνές, ελάχιστες, γιατί ομολογουμένως το παράχεσαν με τον ήχο, που έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται γιατί σε κάποιο σημείο δεν τον χρησιμοποίησαν, πράγμα που δείχνει πόσο καλά ενορχηστρωμένη είναι η ιδέα της υπερβολής αυτής. Η τρελά επιτηδευμένη χρήση ήχων δεν τελειώνει εδώ, βάζοντας περίεργους, σχεδόν αταίριαστους ήχους σε διάφορα σημεία, ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να κρατήσει το ενδιαφέρον μου ως το τέλος. Μια από τις καλύτερες στιγμές είναι όταν ο πρωταγωνιστής λιποθυμά μετά από το βρομόξυλο που του έδωσε ο αντίπαλός του και που ο ήχος που ακολουθεί είναι αυτός μιας πατημένης ντομάτας. Κουλή επιλογή, τρελά γελοία αλλά και εξαιρετική ταυτόχρονα. Έβρισκα πάντα επεξηγηματικό τον τρόπο που οι «κίτρινες», και με το κίτρινες εννοώ αυτές από την Άπω Ανατολή, ταινίες χρησιμοποιούν τον ήχο. Έτσι από τους ήχους και μόνο μπορώ με κλειστά μάτια να καταλάβω αν ο ήρωας έχει ρίξει κλωτσιά, γροθιά ή σφαλιάρα, αν έπεσε προς τα πίσω ή προς τα μπρος ή αν κουτρουβαλιάστηκε πριν χτυπήσει σε κάποιο αντικείμενο. Κι αυτή η τεχνική είναι πολύ ξένη προς τον δικό μας τρόπο αντίληψης και χρήσης των ήχων. Ξένη και παράξενη, αλλά ενδιαφέρουσα έτσι ή αλλιώς. Το μουσικό θέμα της ταινίας είναι πολύ απλό και αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκειά της. Πολύ μικρό, τόσο, που η συνεχής επανάληψή του αν και θα μπορούσε να κουράσει, τελικά ενοποιεί. Η μουσική, λοιπόν, σίγουρα δεν είναι αξιομνημόνευτη αλλά λειτουργεί σωστά. Τα σκηνικά είναι για γέλια και εδώ δεν σηκώνω αντίρρηση, οι τοίχοι δεν είναι απλώς χάρτινοι αλλά δείχνουν χάρτινοι, στην προσπάθεια να δείξουν την παρακμή όλος ο τόπος είναι γεμάτος σκόνη, χώμα και σκουπίδια ακόμη και σε σημεία που δεν υπάρχει λόγος, τα πατώματα εκτός από βρώμικα είναι και ψεύτικα με αποτέλεσμα να αναπηδάνε ελαφρά όταν πέφτουν βαριά αντικείμενα πάνω τους, τόσο βαριά όσο μια σφαίρα… Σε γενικές γραμμές, ό,τι χρειαζόταν να γίνει ή να μην γίνει ώστε να φαντάζει το σκηνικό ψεύτικο, σ’ αυτή την ταινία έχει γίνει. Όπως είπα τα σκηνικά είναι για γέλια, αλλά τι πειράζει; Αυτό που βλέπω είναι ένας κόσμος που κρέμεται από μία κλωστή, ένας κόσμος κατεστραμμένος, υπό διάλυση, γιατί να μην είναι χάρτινος αυτός ο κόσμος; Έτσι ή αλλιώς, δεν είναι πραγματικός. Εκεί που η ταινία κάνει πάλι τη διαφορά είναι η εικαστική προσέγγιση του φωτισμού στους εξωτερικούς χώρους. Με μία μίξη κόκκινου ή/και μπλε φωτός και καπνών, σε συνδυασμό με φωτιές και εκρήξεις που έχουν κιτρινωπό χρώμα δίνει όμορφες και σχεδόν ονειρικές χρωματικές αντιθέσεις με το καθαρά γήινο χρωματικά περιβάλλον. Κι εδώ το χρώμα, όπως και οι ήχοι, έχει χρησιμοποιηθεί διευκρινιστικά. Η ταινία κυλάει και μπορεί να παρατηρήσει κανείς πως το μπλε χρώμα στο βάθος υποδηλώνει ότι ο ήρωας δεν βρίσκεται σε κίνδυνο, ακόμη κι αν η κατάσταση μπορεί να φαίνεται κρίσιμη, ενώ το κόκκινο χρώμα λειτουργεί εντελώς αντίθετα. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η ηρωίδα είναι έτοιμη να επιβιβαστεί σε ένα ελικόπτερο που θα τη μεταφέρει με ασφάλεια ενώ ο ήρωας θα μείνει πίσω για πάρει την εκδίκησή του. Εδώ βλέπουμε το φως πίσω από τον ήρωα μπλε ενώ αντίστοιχα πίσω από την ηρωίδα κόκκινο, αρχικά αυτό φαίνεται λάθος, στη συνέχεια όμως το ελικόπτερο καταρρίπτεται κι έτσι η ηρωίδα ήταν αυτή που βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο και όχι ο ήρωας. Απλοϊκό, βλακώδες αλλά λειτουργεί. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να πει κανείς για όλη την ταινία. Γιατί η ταινία φαίνεται και σε μεγάλο βαθμό είναι απλοϊκή, οι χαρακτήρες μονοδιάστατοι και οι ηθοποιοί που καλούνται να ενσαρκώσουν τις φιγούρες του καραγκιόζη ανταποκρίνονται μια χαρά στους ρόλους τους. Τον κακό της ταινίας (Little Ray) παίζει ο Bryan Genesse και είναι ένας πολύ «καλός» κακός. Πρέπει πραγματικά να του άρεσε αλλά και να του ταίριαζε ο ρόλος γιατί είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω να παίζει και όχι απλά να καταλαμβάνει χώρο στην οθόνη. Την ηρωίδα (Cristine) ενσαρκώνει η Barbara Crampton που δεν θυμάμαι να την έχω δει πουθενά, αλλά απ’ ότι ανακάλυψα, ψάχνοντας στο internet, έχει παίξει στην πασίγνωστη σαπουνόπερα «Τόλμη και Γοητεία». Όσο για την υποκριτική της, χωρίς να ανεβαίνει πάνω από το επίπεδο ενός «σαπουνιού» δένει πολύ καλά στο υπόλοιπο σύνολο. Πραγματικό ενδιαφέρον έχει ο ρόλος του Tony Caprari, ο οποίος παίζει το τσιράκι (T-Bone) του κακού με εξαιρετικό τρόπο. Ο T-Bone είναι ένας απολαυστικός χαρακτήρας. Κακός ως το κόκκαλο, ουσιαστικά σε όλη την ταινία τον ακούμε να ζητάει την άδεια από το αφεντικό του να σκοτώσει κάποιον και την άδεια αυτή δεν την παίρνει ποτέ. Τρελό γέλιο. Οι ηθοποιοί λοιπόν χωρίς να είναι ούτε καλοί αλλά ούτε και κακοί έχουν την απαραίτητη ισοδυναμία μεταξύ τους ώστε να δημιουργούν ένα σφιχτό και ενιαίο σύνολο. Τι άλλο μένει; Ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής της. Ο Florentine «έγραψε» πραγματικά σ’ αυτή την ταινία. Χωρίς να μπορώ να μιλήσω για ανατροπές ή εξελίξεις στις φόρμες ή στη δομή της τέχνης του, έφερε στο προσκήνιο το υβριδικό είδος των γουέστερν πολεμικών τεχνών. Είδος, όχι πρωτόφαντο αλλά σπάνιο, και που, όσον αφορά τη δική του φιλμογραφία, εξέλιξε από την προηγούμενη ταινία του το Savate. Ταινία που πήγε άπατη μεν αλλά που είναι μία εκ των ελάχιστων όπου ο Olivier Guner, ένας ακόμη αθλητής-ηθοποιός, όχι απλά βρέθηκε σε μία από της καλύτερες στιγμές του αλλά κατόρθωσε να μην γελοιοποιήσει τον ρόλο του και ταυτόχρονα να μην γελοιοποιηθεί από αυτόν. Αυτού του είδους ταινίες μόλις πρόσφατα άρχισαν να γυρίζονται με μεγάλες και ακριβές παραγωγές, όπως το “Sukiyaki Western Django” από την Ιαπωνία και το «Ο καλός ο κακός κι ο περίεργος» από την Κορέα. Ταινίες που αποδίδουν φόρο τιμής στους Sergio Corbucci και Sergio Leone αντίστοιχα αλλά που κατά τη γνώμη μου είναι υποδεέστερες του Cold Harvest. Σ’ αυτές, εκτός από τις σαφείς και οφθαλμοφανείς, όχι μόνο στους τίτλους, αναφορές, το μόνο που μπορεί κανείς να θαυμάσει είναι η προφανής αγάπη των δημιουργών τους προς τα είδη που αποτίουν φόρο τιμής, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε ο Takashi Miike αλλά ούτε και ο Ji-woon Kim δείχνουν ότι θέλουν ή έχουν να προσφέρουν κάτι στα είδη που αγαπούν και θαυμάζουν. Απλά άλλοτε χιουμοριστικά και άλλοτε υπερφίαλα, μου δείχνουν τον τρόπο που τα αντιλαμβάνονται και μόνο αυτό. Ο Florentine όμως με πενιχρά μέσα κατόρθωσε όχι μόνο να ενοποιήσει τα είδη σε ένα στιβαρό σύνολο και να προσφέρει μία καθαρά ψυχαγωγική ταινία αλλά ταυτόχρονα έδωσε και εναλλακτική εικαστική άποψη σε ένα πολυ-παιγμένο αρκετά μπανάλ στη σύλληψή του σενάριο. Πήρε μια σειρά, στην καλύτερη περίπτωση, μέτριων ηθοποιών και τους έκανε να «γράψουν» καλά. Και όλα αυτά χωρίς να προδώσει καθόλου την ελαφρότητα του κινηματογράφου που υπηρετεί αλλά και χωρίς να προδώσει ούτε τις αναφορές αλλά ούτε και τις καταβολές του. Έτσι ή αλλιώς δεν μπορώ να ξέρω τι είχε ο σκηνοθέτης στο μυαλό του όταν έκανε την ταινία. Δεν ξέρω αν χρησιμοποίησε τα ονόματα των ηρώων του με την ίδια λογική που έχει η έκφραση “A Roland for an Oliver” που είναι το αντίστοιχο του δικού μας «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», μιας και η ιστορία που παρουσιάζει είναι ιστορία εκδίκησης. Ούτε μπορώ να ξέρω αν γνώριζε το μεσαιωνικό μύθο για τους δύο καρδιακούς φίλους. Δεν μπορώ να ξέρω λοιπόν αν ο Florentine ξεκινώντας από το 1999, πήρε τον κατήφορο για το το 19ο αιώνα, ανακάλυψε ξανά στη «Νέα Γη» τα φισεκλίκια και προχώρησε ακόμη πιο κάτω στο δρόμο, έφτασε στο Μεσαίωνα και χρησιμοποιώντας τις ιδέες των ιπποτών περί τιμής, περηφάνιας και περί «των δικών μας δικαίων» πήρε φόρα για να γυρίσει πίσω, να αναλάβει το ρόλο του «καλού» αλλά χαμένου πια αδερφού και να προστατέψει την οικογένεια και κατ’ επέκταση τον κόσμο ολόκληρο εξολοθρεύοντας τον κακό ως άλλος Άη Γιώργης, φέρνοντας τελικά την ισορροπία πίσω στον κόσμο. Όχι ο ίδιος φυσικά αλλά ο ήρωάς του, ο Roland. Τον ήρωα που Daniels μας παρουσιάζει με την μονότονη παρουσία του. Αλλά γιατί όχι; Ποιος είναι ο ρόλος που ενσαρκώνει; Ή μάλλον ποιοι είναι οι ρόλοι; Του Roland και του δίδυμου αδερφού του Oliver. Οι ίδιοι μεσαιωνικοί φίλοι που δύσκολα κανείς αναγνώριζε τις διαφορές τους. Κρυμμένοι και οχυρωμένοι πίσω από πανοπλίες, χαμένοι στην ομοιογένεια των στολών αλλά ταυτόχρονα διαφορετικοί λόγω χαρακτήρα. Ο Oliver, ο συνετός της παρέας, είναι παντρεμένος, έτοιμος να κάνει οικογένεια, σωστός ως προς τα καθήκοντά του στην κοινωνία. Ο Roland, τυχοδιώκτης, κυνηγός επικηρυγμένων είναι με την μεριά των καλών, αλλά παράλληλα κινείται στα όρια της παρανομίας. Στο μύθο ο Roland με την ξεροκεφαλιά του, επειδή δεν ήθελε να ζητήσει βοήθεια από τον προπορευόμενο στρατό του Καρλομάγνου και αρνούμενος τη συνετή συμβουλή του Oliver έγινε η αιτία να πεθάνουν όλοι. Στην ταινία ο Roland δεν πεθαίνει, στην ταινία δεν υπάρχει ένας Καρλομάγνος για να πάρει εκδίκηση για το χαμό των άξιων ιπποτών. Στην ταινία ο Oliver πεθαίνει όχι από λάθος του αδερφού του αλλά από την «προδοσία» του παλιού συμμαθητή τους. Παρ’ όλα αυτά ο Roland δεν είναι άμοιρος ευθυνών γιατί η δική του νεανική τρέλα σκότωσε τους γονείς τους και χώρισε τα αδέρφια για χρόνια. Η ενοχή του Roland είναι αυτή που τον κρατάει ψυχρά αποφασισμένο και τον κάνει αδυσώπητο εκδικητή. Η ίδια ενοχή είναι που τον ωθεί να πάρει τη θέση του Oliver και να γίνει προστάτης αλλά ο Roland δεν είναι ο Oliver, η θέση που αναγκάζεται να πάρει δεν είναι φυσική γι’ αυτόν κι έτσι είναι αναγκασμένος να ιχνηλατήσει σε δρόμους ανοίκειους και κατά συνέπεια να παραμείνει ερμητικά κλειστός σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Δεν μπορώ να εκθειάσω ένα ηθοποιό που παίζει την εαυτό του, από την άλλη δεν γνωρίζω τον Daniels προσωπικά ώστε να ξέρω αν το παγωμένο προσωπείο που βλέπω στις ταινίες είναι το καθημερινό του πρόσωπο. Αλλά δεν έχει σημασία. Αν προσπαθήσω να μετρήσω τις ανάσες μου θα χάσω την αναπνοή μου, αν προσπαθήσω να παίξω τον εαυτό μου είναι σίγουρο ότι θα τα σκατώσω. Αν ο Daniels μπορεί να παίζει τον εαυτό του τότε σίγουρα έχει ταλέντο, όχι ίσως αυτό που μπορεί να θέλω να δω αλλά εξίσου υπαρκτό με οποιοδήποτε άλλο. Αν πάλι οικειοθελώς μπορεί να είναι τόσο ανέκφραστος τότε αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι είναι ηθοποιός και όχι απλά ένας ακόμη αθλητής πολεμικών τεχνών που προσπαθεί να κάνει καριέρα στον κινηματογράφο. Εξάλλου ειδικά γι’ αυτή την ταινία μπορεί ο Daniels να δείχνει απών και αμέτοχος αλλά δεν είναι αυτός που είναι έτσι, είναι ο ρόλος του. Είναι η πανοπλία που φοράει, η περικεφαλαία που του κρύβει το πρόσωπο και η ενοχή που τον κρατάει δέσμιο σε μια ύπαρξη χωρίς μέλλον και γιαυτό παγωμένη στο παρόν. Ένα παρόν που δεν είναι καν σημερινό αλλά βρίσκεται αιώνες πίσω, πετρωμένο στη μυθολογία μιας χαμένης πια εποχής. Μια μυθολογία που θέλει το Χάρο μ’ ένα δρεπάνι να τριγυρνά και να μαζεύει ψυχές. Κι έτσι η Παγωμένη Σοδειά (Cold Harvest) είναι η σοδειά του θανάτου. Ενός θανάτου που επαναλαμβάνεται συνεχώς καθώς ο Roland δεν πεθαίνει αλλά πεθαίνει ο αδερφός του και κατά συνέπεια πεθαίνει ο εαυτός του αφήνοντάς τον κενό. Αναγκασμένος να τον θάψει δεν θάβει μόνο το παρελθόν του αλλά και την εικόνα του στον καθρέπτη αφήνοντάς τον χωρίς πρόσωπο. Ο θάνατος υπάρχει παντού κι ο ήρωας για να επιβιώσει πρέπει να αποστασιοποιηθεί από την ίδια του την εικόνα κι έτσι παραμένει εκφραστικά αλλού σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας του. Και η δοκιμασία αυτή θυμίζει άλλα μεσαιωνικά παραμύθια όπως αυτό της αναζήτησης του Ιερού Δισκοπότηρου. Μιας και ο ήρωας θα ξεπέσει κυνηγημένος στο κατώτερο σημείο που θα μπορούσε (αναγκασμένος να ζητήσει τη συνδρομή των απόκληρων) πριν καταφέρει να σηκωθεί, να απαιτήσει και να κερδίσει επάξια την εκδίκησή του. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα χάρτινο περίβλημα. Ένα περίβλημα βλακείας, αστειοτήτων και υπερβολών. Γεμάτο εξάσφαιρα που μπορούν να ρίξουν και 10 και 20 ή και παραπάνω σφαίρες χωρίς να αδειάσουν. Σε μια ταινία που διάλογοί της φαντάζουν αλλόκοτες ανοησίες, όπως όταν ο ήρωας ερεθισμένος από τη γύμνια της νύφης του της λέει ότι έχει όμορφη πλάτη. Σε μια ταινία που η μορφολογία της δεν της επιτρέπει να μιλήσει παρά σε πρώτο επίπεδο με το κοινό της, που το κοινό της δεν της έδωσε καμία σημασία και που δυστυχώς, μπορώ να καταλάβω το γιατί. Το είπα και πριν, εύκολα θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω κακή ταινία. Όλα της τα συν είναι, κάτω από άλλο βλέμμα, τεράστια πλην. Και αυτή η διττή υπόσταση κατά τη γνώμη μου είναι ένα χαρακτηριστικό των «μεγάλων» παραμυθιών. 

Εξάλλου δεν ξέρω αν είναι πραγματικό παραμύθι ή αν απλές συμπτώσεις από τη μια και το μυαλό μου από την άλλη βλέπει πρώτιστα και μόνο αυτά που θέλει να δει. Δεν ξέρω και σε τελευταία ανάλυση δεν με νοιάζει να μάθω. Μου φτάνει να το βλέπω εγώ. 

-=;-)

Υποβολή απάντησης